Skip to main content
guest
Join
|
Help
|
Sign In
vocabula
Home
guest
|
Join
|
Help
|
Sign In
Wiki Home
Recent Changes
Pages and Files
Members
Discussion
A
B
C
D
E
F
G
H
I
J
K
L
M
N
O
P
Q
R
S
T
U
V
X
Y
Z
Temático
¿Cómo pregunto ...?
Campos semánticos
Adverbios
Conjunciones
Locuciones adverbiales
Preposiciones
Pronombres
M
Edit
24
…
0
Tags
No tags
edit
Save
Cancel
Notify
RSS
Backlinks
Source
Print
Export (PDF)
machacar
|
macho
|
madera
|
madre
|
madriguera
|
madurar
|
maestro
|
magistratura
|
magnánimo
|
maldad
|
maldecir
|
manada
|
manchar
|
manco
|
mandar
|
mandíbula
|
manejar
|
manera
|
manifestación
|
maniobrar
|
manipular
|
manjar
|
mano
|
manojo
|
manso
|
manta
|
mantener
|
manzana
|
mañana
|
mapa
|
máquina
|
mar
|
maravilla
|
marca
|
marcha
|
marchitar
|
mareo
|
marfil
|
marina
|
mármol
|
marrón
|
martillo
|
mártir
|
más
|
masa
|
máscara
|
masticar
|
matar
|
matemáticas
|
materia
|
material
|
matrimonio
|
matriz
|
mayor
|
maza
|
mecánica
|
mecer
|
mediación
|
medicamento
|
medida
|
medio
|
mediodía
|
medir
|
meditación
|
médula
|
mejilla
|
mejor
|
melena
|
melón
|
membrana
|
memoria
|
mendigar
|
menor
|
menos
|
mensaje
|
mente
|
mentir
|
mentón
|
mercader
|
mercenario
|
merecedor
|
merecer
|
mes
|
mesa
|
meseta
|
mesura
|
metal
|
meteco
|
meteorología
|
meter
|
método
|
mezcla
|
mezquino
|
miedo
|
miel
|
miembro
|
mientras
|
mies
|
migración
|
mil
|
milicia
|
mimbre
|
mina
|
mío
|
mirar
|
mirto
|
miserable
|
mismo
|
mitad
|
moco
|
modelar
|
moderación
|
modificar
|
modo
|
moho
|
moler
|
molestar
|
molienda
|
momento
|
monarquía
|
moneda
|
montaña
|
montar
|
montón
|
monumento
|
moquear
|
moral
|
mordedura
|
morir
|
mortero
|
mosaico
|
mosca
|
mostaza
|
mostrar
|
motivo
|
mover
|
mozo
|
muchacha
|
muchedumbre
|
mucho
|
mudar
|
mueble
|
muela
|
muelle
|
muerte
|
mujer
|
mulo
|
multa
|
múltiple
|
multitud
|
mundo
|
muñeca
|
muralla
|
murciélago
|
murmurar
|
musa
|
músculo
|
musgo
|
música
|
muslo
|
muy
machacar
θραύω
macho
ἄρρην, -εν
macho cabrío
αἴξ, αἰγός, ὁ, ἡ
τράγος, -ου, ὁ
madera
ξύλον, -ου, τὸ
madre
μήτηρ, μητρός, ἡ
madriguera
φωλεός, -ου, ὁ
madurar
πεπαίνω
maduro
ὡραῖος, -α, -ον
maestro
διδάσκαλος, -η
magistratura
ἀρχαί, ων, αἱ
magnánimo
μεγαλόφρων, -ον
magnífico
μεγαλοπρεπής, -ές
maldad
κακία, -ας, ἡ
πονηρία, -ας, ἡ
maldecir
καταράομαι + dativo
maldición
κάτευμα, -ατος, τὸ
maldito
ἐναγής, -ές
malévolo
δύσφρων, -ον
maleza
θάμνος, -ου, ὁ
malo
πονηρός, -ά, -όν
κακός, -ή, -όν
mala reputación
ἀδοξία-ας, ἡ
mala suerte
δυστυχία-ας, ἡ
malamente
κακῶς
maltratar
κακόω
λυμαίνομαι
maltrato
λύμη-ης, ἡ
λώβη-ης, ἡ
malvado
πονηρός-ά-όν
manada
ἀγέλη, ἡ
de caballos
ἱπποφόρβιον, -ου, τὸ
manchar
μιαίνω
manco
μονόχειρ, -ειρος
mandar
ἡγεμονεύω
ἄρχω + genitivo
mandar a buscar
μεταπέμπομαι
mandar a por
μεταπέμπομαι
mandar un ejército
στρατηγέω
mando
ἀρχή-ῆς, ἡ
ἡγεμονία-ας, ἡ
mandíbula
γένυς, γενύος, ἡ
manejar
διαχειρίζω
manera
τρόπος, -ου, ὁ
manifestación
δήλωσις, -εως, ἡ
manifestar
φαίνω
δηλόω
ἀποδείκνυμι
manifestarse como
φαίνομαι + participo
manifiesto (adjetivo)
δῆλος, -η, -ον
maniobrar
στρατηγέω
manipular
χειρίζω
manjar
βρῶτον, -ου, τὸ
mano
χείρ, χειρός, ἡ
mano derecha
δεξιά, -ᾶς, ἡ
mano izquierda
ἀριστερά, -ᾶς, ἡ
manojo
δεσμή, -ῆς, ἡ
manso
πρᾴος-εῖα-ον
mansedumbre
πραότης-ητος, ἡ
manta
χλαίνα, -ης, ἡ
manto
ἱμάτιον, -ου, τὸ
πέπλος, -ου, ὁ
mantener
διατηρέω
ἀνέχω
τρέφω
mantenerse
ἀνέχομαι
matenerse tranquilo
ἡσυχάζω
manzana
μῆλον, -ου, τὸ
manzano
μηλέα, -ας, ἡ
mañana
ἕως-ἕω, ἡ
πρωί
ἅμα τῇ ἡμέρᾳ
ὄρθρος
πληθούσης ἀγορᾶς
Pasado mañana
μεταύριον
ἔνος, η, ον
mañana (día siguiente)
αὔριον
mapa
πίναξ, πίνακος, ὁ
máquina
μηχανή, -ῆς, ἡ
mar
θάλαττα, -ης, ἡ
πόντος, -ου, ὁ
πέλαγος, -ους, τὸ
ἅλς, ἁλός, ὁ, ἡ
maravilla
θαῦμα, -ατος, τὸ
marca
σημεῖον, -ου, τὸ
στίγμα, -ατος, τὸ
marcar
σημειόω
στίζω
marcha
βάσις-εως, ἡ
πορεία, ἡ
marchar
πορεύομαι
ἐλαύνω
marcharse
ἀπέρχομαι
οἴχομαι
ἄπειμι
marchitar
μαραίνω
marchito
μαραντικός, -ή, -όν
mareo
σκατοδινία, -ας, ἡ
ναυτία
marfil
ἐλέφας-αντος, ὁ
marina
ναυτικόν, -οῦ, τὸ
marinero
ναύτης, -οῦ, ὁ
marino
πόντιος, -α, -ον
θαλάσσιος, -α, -ον
mármol
μάρμαρος, -ου, ὁ
marmóreo
μαρμάρινος, -η, -ον
marrón
ὄρφνινος, -η, -ον
martillo
σφῦρα, -ας, ἡ
mártir
μάρτυς, -υρος, ὁ
martirio
βάσανος, -ου, ὁ
martirizar
βασανίζω
más
μᾶλλον
πλεῖον
más allá de
μετὰ + acusativo
ὑπὲρ + acusativo
más fuerte
κρείττων-ον
más grande
μείζων-ον
más lejos
ἀποτέρω
más pequeño
ἐλάττων-ον
más que
μᾶλλον...ἤ...
más tarde
ὕστερον
masa
ὄγκος, -ου, ὁ
masa (de personas)
πλήθος-ους, τὸ
máscara
πρόσωπον, -ου, τὸ
μορμολύκειον, -ου, τὸ
masticar
μασάομαι
matar
κτείνω
φθείρω
φονεύω
ἀποκτείνω
διαφθείρω
ἀναιρέω
καθοράω
matemáticas
μαθηματικά, -ῶν, τὰ
materia
σῶμα, -ατος, τὸ
ὕλη-ης, ἡ
material
σωματοειδής, -ές
ὑλικός, -ή, -όν
materializar
ὑλόω
matrimonio
γάμος, -ου, ὁ
matriz
μήτρα, -ας, ἡ
mayor
πλείων (πλέων) -πλέον
mayor parte
πλεῖστος-η-ον
mayoría
πλῆθος-ους, τὸ
mayormente
μάλιστα
maza
ῥόπαλον, -ου, τὸ
mecánica
μηχανική τέχνη, -ης, ἡ
mecánico
μηχανικός, -ή, -όν
mecanismo, máquina
μηχανή, -ῆς, ἡ
mecer
σαλεύω
mediación
μεσιτεία-, ας, ἡ
mediador
μεσίτης-ου, ὁ
mediar
μεσιτεύω
medicamento
φάρμακον, -ου, τὸ
medicina
ἰατρολογία, -ας, ἡ
medicinal
ἰατρικός, -ή, -όν
médico
ἰατρός, -οῦ, ὁ
medida
μέτρον, -ου, τὸ
medida de gobierno
πολίτευμα, -ατος, τὸ
medio
μέσος, -η, -ον
mediodía
μεσεμβρία, -ας, ἡ
medir
μετρέω
medir con exactitud
ἀναμετρέω
meditación
συννοία, -ας, ἡ
meditar
βουλεύομαι
διαλογίζομαι
φροντίζω
μελετάω
médula
μυελός, -οῦ, ὁ
mejilla
παρειά, ἡ
mejor
κρείτων, -ον
βελτίων, -ον
ἀμείνων, -ον
el mejor
ἄριστον, -η, -ον
πλεῖστον, -η, -ον
mejora
βελτίωσις-εως, ἡ
mejorar
προάγω
βελτιόω
melena
κόμη ἡ
melón
μηλοπέπων, -ονος, ὁ
membrana
μῆνιγξ, -ιγγος, ἡ
memoria
μνημοσύνη, -ης, ἡ
mendigar
πτωχεύω
mendicidad
πτωχεία, -ας, ἡ
mendigo
πτωχός, -οῦ, ὁ
menor
ἐλάττων, -ον
menos
μεῖον
adverbio
ἧττον
al menos
γοῦν
γέ
menos todavía
ἥκιστα γε (opuesto a μάλιστα γε)
los menos
ὀλίγιστοι, -ων, οι
mensaje
ἐπιστολή, -ῆς, ἡ
mensajero
ἄγγελος, -ου, ὁ
κῆρυξ, -ύκος, ὁ
mente
νοῦς, -οῦ, ὁ
διάνοια-ας, ἡ
mentir
ψεύδομαι
μέμφομαι
mentira
ψεῦδος, -εως, τὸ
ψευδῆ, -ῶν, τὰ
mentiroso
ψευδής, -ές
mentón
γένειον, -ου, τὸ
mercader
ἔμπορος, -ου, ὁ
mercado
ἐμπορίον, -ου, τὸ
ἀγορά-ᾶς, ἡ
mercado de cerámica
κεραμοπωλεῖον, -ου, τὸ
mercancia
ἐμπορίον, τὸ
ὤνια, -ων, τὰ
mercenario
μισθοφόρος, -ου, ο
merecedor
ἄξιος, -α, -ον + genitivo
merecer
ἄξιος, -α, -ον εἰμί
ὀφλισκάνω
mérito
ἀρετή-ῆς, ἡ
ἀξία-ας, ἡ
mes
μήν, μηνός, ὁ
mesa
τράπεζα, -ης, ἡ
meseta
ὀροποπέδιον, -ου, τὸ
mesura
μέτρον, -ου, τὸ
metal
μέταλλον, -ου, τὸ
meteco
μέτοικος, -ου, ὁ
meteorología
μετεορωλογία, -ας, ἡ
meter
ἐμβάλλω
εἰσβάλλω
εἰστίθημι
εἰσάγω
meterse
ἐμβαίνω
método
μέθοδος, -ου, ἡ
mezcla
μεῖξις, -εως, ἡ
κέρασμα, ατος, τό
mezclar
κεράννυμι
μειγνύω
mezquino
ταπεινός, -ή, -όν
mezquindad
ταπεινότης-ητος, ἡ
miedo
φόβος, -ου, ὁ
miel
μέλι, μέλιτος, τὸ
miembro
κῶλον, τό
mientras
ἕως
μεταξύ
ἐν ᾧ
mientras tanto
ἐν τούτῳ
mies
πυρός, -οῦ, ὁ
migración
μετοικία, -ας, ἡ
mil
χίλιοι, -αι, -α
milésimo
χιλιοστός, -ή, -όν
milicia
στρατεία, -ας, ἡ
mimbre
λύγος, -ου, ὁ
mina
(yacimiento)
μέταλλον, τό
mina de plata
ἀργύρεια μέταλλα
(moneda)
μνά-μνᾶς, ἡ
minería
μεταλλεία, -ας, ἡ
minero
μεταλουργός-οῦ, ὁ
mineral
μεταλλεῖον, -ου, τὸ
(adjetivo)
μεταλλικός, -ή, -όν
mío
ἐμός, -ή, -όν
mirar
ὁράω
βλέπω
σκοπέω
προσοράω
¡mira! (interjección)
ἰδού
mirada
βλέμμα, -ατος, τὸ
ὄμμα-ατος, τὸ
mirar de arriba abajo
καθοράω
mirar desde
ἀποβλέπω
mirar fijamente
ἀποβλέπω
βλέπω εἰς + acc.
mirto
μυρρίνη, -ης, ἡ
miserable
δειλός, -ή, -όν
mismo
él mismo, ella misma, él, ella
αὐτός-ή-ό
mitad
ἥμισυ, -εος, τὸ
moco
κορύζα, -ης, ἡ
modelar
πλάσσω
modelado
πλαστός-ή-όν
modelo
παραδεῖγμα, -ατος, τὸ
moderación
ἐγκρατεία, -ας, ἡ
μετριότης, -ητος, ἡ
moderado en
ἐγκρατής, -ές
moderarse
μετριάζω
modificar
μεταβάλλω
modo
τρόπος, -ου, ο
moho
ἰός, -οῦ, ὁ
moler
τρίβω
molestar
ὀχλέω
ἀνιάζω
λυπέω
molestia
ὄχλος, -ου, ὁ
molesto
ἀνιαρός, -ά, -όν
molienda
ἀλεσμός, -οῦ, ὁ
momento
καιρός, -οῦ, ὁ
monarquía
βασιλεία, -ας, ἡ
μοναρχία-ας, ἡ
monárquico
βασιλικός, -ή, -όν
moneda
νόμισμα, -ατος, τὸ
montaña
ὄρος, -ους, τὸ
montañés
ὄρειος, -α, -ον
ὀρεινός-ή-όν
montar
ἐπιβαίνω
montar a caballo
ἱππεύω
montón
ὄγκος, -ου, ὁ
monumento
μνῆμα, -ατος, τὸ
moquear
κορυζάω
moral
ἤθη, -ης, ἡ
moral (adjetivo)
ἠθικός-ή-όν
mordedura
δῆγμα, -ατος, τὸ
morder
δάκνω
morir
θνῄσκω
τελετάω
ἀποθνῄσκω
mortal
θνητός, -ή, -όν
mortero
(estuco)
κονίαμα, ατος, τό
(utensilio)
θυεία
ἴγδις, εως, ἡ
mosaico
ψηφοθέτημα, ατος, τό
el que trabaja con mosaico
ψηφοθέτης, ου, ὁ
mosca
μυῖα, -ας, ἡ
mosquito
κώνωψ, -ωπος, ὁ
mostaza
νᾶπυ, νάπυος, τό
σιναπι, τό
mostrar
φαίνω
δείκνυμι
σημαίνω
ἀποφαίνω
δηλόω
mostrarse como
φαίνομαι + participio
motivo
αἰτία, ἡ
ἀφορμή-ῆς, ἡ
mover
κινέω
moverse
βαίνω
móvil
κινητός, -ή, -όν
movimiento
κίνημα, -ατος, τὸ
κίνησις, -εως, ἡ
mozo
νεανίσκον, -ου, τὸ
muchacha
κόρη, -ης, ἡ
παρθήνος, -ου, η
muchacho, muchacha
παῖς, παιδός, ὁ, ἡ
muchedumbre
ὄχλος, -ου, ὁ
ὅμιλος, -οὐ, ὁ
mucho
(adverbio)
μάλιστα
πάνυ
μέγα
ἄγαν
σφόδρα
muchas veces
πολλάκις
muchísimo
πλεῖστος, -η, -ον
μάλιστα
mucho (adjetivo)
πολύς, πολλή, πολύ
mudar
μεθίστημι
μεταβάλλω
mudarse
μεθίστημι
mudable
μεταβολικός, -ή, -όν
εὐμετάβλητος, -ον
mudanza
μετοικία, -ας, ἡ
mueble
σκεῦος, -ους, τὸ
muela
γομφίος, -ου, ὁ
muelle
ναύλοχον, -ου, ὁ
muerte
θάνατος, -ου, ὁ
muerto
νεκρός-οῦ, ὁ
mujer
γυνή, γυναικός, ἡ
mujeril
γυνακεῖος, -α, -ον
mulo
ἡμίονος, -ου, ὁ
multa
ζημία, -ας, ἡ
multar
ζημιόω
múltiple
πολλαπλάσιος, -α, -ον
multiplicación
πολλαπλασίωσις, -εως, ἡ
multiplicar
πολλαπλασιόω
multitud
ὅμιλος-ου, ὁ
πλῆθος-ους, τὸ
mundo
κόσμος, -ου, ὁ
muñeca
κόρη, -ης, ἡ
muralla
τεῖχος, -ους, τὸ
murciélago
νυκτερίς, -ίδος, ἡ
murmurar
θρυλέω
musa
μοῦσα, -ης, ἡ
músculo
μῦς, μύος, ὁ
musgo
βρύον, -ου, τὸ
música
μουσική, -ῆς, ἡ
muslo
μηρός, -οὐ, ὁ
muy
μάλιστα
πάνυ
μάλα
σφόδρα
muy agradablemente
ἥδιστα
muy alto
περιμήκης, -ες
muy querido
φιλαίτερος-α-ον
Javascript Required
You need to enable Javascript in your browser to edit pages.
help on how to format text
Turn off "Getting Started"
Home
...
Loading...
machacar
θραύωmacho
ἄρρην, -ενmacho cabrío
αἴξ, αἰγός, ὁ, ἡ
τράγος, -ου, ὁ
madera
ξύλον, -ου, τὸmadre
μήτηρ, μητρός, ἡmadriguera
φωλεός, -ου, ὁmadurar
πεπαίνωmaduro
ὡραῖος, -α, -ον
maestro
διδάσκαλος, -ηmagistratura
ἀρχαί, ων, αἱmagnánimo
μεγαλόφρων, -ονmagnífico
μεγαλοπρεπής, -ές
maldad
κακία, -ας, ἡπονηρία, -ας, ἡ
maldecir
καταράομαι + dativomaldición
κάτευμα, -ατος, τὸ
maldito
ἐναγής, -ές
malévolo
δύσφρων, -ον
maleza
θάμνος, -ου, ὁ
malo
πονηρός, -ά, -όν
κακός, -ή, -όν
mala reputación
ἀδοξία-ας, ἡ
mala suerte
δυστυχία-ας, ἡ
malamente
κακῶς
maltratar
κακόω
λυμαίνομαι
maltrato
λύμη-ης, ἡ
λώβη-ης, ἡ
malvado
πονηρός-ά-όν
manada
ἀγέλη, ἡde caballos
ἱπποφόρβιον, -ου, τὸ
manchar
μιαίνωmanco
μονόχειρ, -ειροςmandar
ἡγεμονεύωἄρχω + genitivo
mandar a buscar
μεταπέμπομαι
mandar a por
μεταπέμπομαι
mandar un ejército
στρατηγέω
mando
ἀρχή-ῆς, ἡ
ἡγεμονία-ας, ἡ
mandíbula
γένυς, γενύος, ἡmanejar
διαχειρίζωmanera
τρόπος, -ου, ὁmanifestación
δήλωσις, -εως, ἡmanifestar
φαίνω
δηλόω
ἀποδείκνυμι
manifestarse como
φαίνομαι + participo
manifiesto (adjetivo)
δῆλος, -η, -ον
maniobrar
στρατηγέωmanipular
χειρίζωmanjar
βρῶτον, -ου, τὸmano
χείρ, χειρός, ἡmano derecha
δεξιά, -ᾶς, ἡ
mano izquierda
ἀριστερά, -ᾶς, ἡ
manojo
δεσμή, -ῆς, ἡmanso
πρᾴος-εῖα-ονmansedumbre
πραότης-ητος, ἡ
manta
χλαίνα, -ης, ἡmanto
ἱμάτιον, -ου, τὸ
πέπλος, -ου, ὁ
mantener
διατηρέωἀνέχω
τρέφω
mantenerse
ἀνέχομαι
matenerse tranquilo
ἡσυχάζω
manzana
μῆλον, -ου, τὸmanzano
μηλέα, -ας, ἡ
mañana
ἕως-ἕω, ἡπρωί
ἅμα τῇ ἡμέρᾳ
ὄρθρος
πληθούσης ἀγορᾶς
Pasado mañana
μεταύριον
ἔνος, η, ον
mañana (día siguiente)
αὔριον
mapa
πίναξ, πίνακος, ὁmáquina
μηχανή, -ῆς, ἡmar
θάλαττα, -ης, ἡ
πόντος, -ου, ὁ
πέλαγος, -ους, τὸ
ἅλς, ἁλός, ὁ, ἡ
maravilla
θαῦμα, -ατος, τὸmarca
σημεῖον, -ου, τὸστίγμα, -ατος, τὸ
marcar
σημειόω
στίζω
marcha
βάσις-εως, ἡπορεία, ἡ
marchar
πορεύομαι
ἐλαύνω
marcharse
ἀπέρχομαι
οἴχομαι
ἄπειμι
marchitar
μαραίνωmarchito
μαραντικός, -ή, -όν
mareo
σκατοδινία, -ας, ἡναυτία
marfil
ἐλέφας-αντος, ὁmarina
ναυτικόν, -οῦ, τὸmarinero
ναύτης, -οῦ, ὁ
marino
πόντιος, -α, -ον
θαλάσσιος, -α, -ον
mármol
μάρμαρος, -ου, ὁmarmóreo
μαρμάρινος, -η, -ον
marrón
ὄρφνινος, -η, -ονmartillo
σφῦρα, -ας, ἡmártir
μάρτυς, -υρος, ὁmartirio
βάσανος, -ου, ὁ
martirizar
βασανίζω
más
μᾶλλονπλεῖον
más allá de
μετὰ + acusativo
ὑπὲρ + acusativo
más fuerte
κρείττων-ον
más grande
μείζων-ον
más lejos
ἀποτέρω
más pequeño
ἐλάττων-ον
más que
μᾶλλον...ἤ...
más tarde
ὕστερον
masa
ὄγκος, -ου, ὁmasa (de personas)
πλήθος-ους, τὸ
máscara
πρόσωπον, -ου, τὸμορμολύκειον, -ου, τὸ
masticar
μασάομαιmatar
κτείνωφθείρω
φονεύω
ἀποκτείνω
διαφθείρω
ἀναιρέω
καθοράω
matemáticas
μαθηματικά, -ῶν, τὰmateria
σῶμα, -ατος, τὸὕλη-ης, ἡ
material
σωματοειδής, -έςὑλικός, -ή, -όν
materializar
ὑλόω
matrimonio
γάμος, -ου, ὁmatriz
μήτρα, -ας, ἡmayor
πλείων (πλέων) -πλέονmayor parte
πλεῖστος-η-ον
mayoría
πλῆθος-ους, τὸ
mayormente
μάλιστα
maza
ῥόπαλον, -ου, τὸmecánica
μηχανική τέχνη, -ης, ἡmecánico
μηχανικός, -ή, -όν
mecanismo, máquina
μηχανή, -ῆς, ἡ
mecer
σαλεύωmediación
μεσιτεία-, ας, ἡmediador
μεσίτης-ου, ὁ
mediar
μεσιτεύω
medicamento
φάρμακον, -ου, τὸmedicina
ἰατρολογία, -ας, ἡ
medicinal
ἰατρικός, -ή, -όν
médico
ἰατρός, -οῦ, ὁ
medida
μέτρον, -ου, τὸmedida de gobierno
πολίτευμα, -ατος, τὸ
medio
μέσος, -η, -ονmediodía
μεσεμβρία, -ας, ἡmedir
μετρέωmedir con exactitud
ἀναμετρέω
meditación
συννοία, -ας, ἡmeditar
βουλεύομαι
διαλογίζομαι
φροντίζω
μελετάω
médula
μυελός, -οῦ, ὁmejilla
παρειά, ἡmejor
κρείτων, -ονβελτίων, -ον
ἀμείνων, -ον
el mejor
ἄριστον, -η, -ον
πλεῖστον, -η, -ον
mejora
βελτίωσις-εως, ἡ
mejorar
προάγω
βελτιόω
melena
κόμη ἡmelón
μηλοπέπων, -ονος, ὁmembrana
μῆνιγξ, -ιγγος, ἡmemoria
μνημοσύνη, -ης, ἡmendigar
πτωχεύωmendicidad
πτωχεία, -ας, ἡ
mendigo
πτωχός, -οῦ, ὁ
menor
ἐλάττων, -ονmenos
μεῖονadverbio
ἧττονal menos
γοῦνγέ
menos todavía
ἥκιστα γε (opuesto a μάλιστα γε)los menos
ὀλίγιστοι, -ων, οιmensaje
ἐπιστολή, -ῆς, ἡmensajero
ἄγγελος, -ου, ὁ
κῆρυξ, -ύκος, ὁ
mente
νοῦς, -οῦ, ὁδιάνοια-ας, ἡ
mentir
ψεύδομαιμέμφομαι
mentira
ψεῦδος, -εως, τὸ
ψευδῆ, -ῶν, τὰ
mentiroso
ψευδής, -ές
mentón
γένειον, -ου, τὸmercader
ἔμπορος, -ου, ὁmercado
ἐμπορίον, -ου, τὸ
ἀγορά-ᾶς, ἡ
mercado de cerámica
κεραμοπωλεῖον, -ου, τὸ
mercancia
ἐμπορίον, τὸ
ὤνια, -ων, τὰ
mercenario
μισθοφόρος, -ου, οmerecedor
ἄξιος, -α, -ον + genitivomerecer
ἄξιος, -α, -ον εἰμίὀφλισκάνω
mérito
ἀρετή-ῆς, ἡ
ἀξία-ας, ἡ
mes
μήν, μηνός, ὁmesa
τράπεζα, -ης, ἡmeseta
ὀροποπέδιον, -ου, τὸmesura
μέτρον, -ου, τὸmetal
μέταλλον, -ου, τὸmeteco
μέτοικος, -ου, ὁmeteorología
μετεορωλογία, -ας, ἡmeter
ἐμβάλλωεἰσβάλλω
εἰστίθημι
εἰσάγω
meterse
ἐμβαίνω
método
μέθοδος, -ου, ἡmezcla
μεῖξις, -εως, ἡκέρασμα, ατος, τό
mezclar
κεράννυμι
μειγνύω
mezquino
ταπεινός, -ή, -όνmezquindad
ταπεινότης-ητος, ἡ
miedo
φόβος, -ου, ὁmiel
μέλι, μέλιτος, τὸmiembro
κῶλον, τόmientras
ἕωςμεταξύ
ἐν ᾧ
mientras tanto
ἐν τούτῳ
mies
πυρός, -οῦ, ὁmigración
μετοικία, -ας, ἡmil
χίλιοι, -αι, -αmilésimo
χιλιοστός, -ή, -όν
milicia
στρατεία, -ας, ἡmimbre
λύγος, -ου, ὁmina
(yacimiento)μέταλλον, τό
mina de plata
ἀργύρεια μέταλλα
(moneda)
μνά-μνᾶς, ἡ
minería
μεταλλεία, -ας, ἡ
minero
μεταλουργός-οῦ, ὁ
mineral
μεταλλεῖον, -ου, τὸ
(adjetivo)
μεταλλικός, -ή, -όν
mío
ἐμός, -ή, -όνmirar
ὁράωβλέπω
σκοπέω
προσοράω
¡mira! (interjección)
ἰδούmirada
βλέμμα, -ατος, τὸὄμμα-ατος, τὸ
mirar de arriba abajo
καθοράωmirar desde
ἀποβλέπωmirar fijamente
ἀποβλέπωβλέπω εἰς + acc.
mirto
μυρρίνη, -ης, ἡmiserable
δειλός, -ή, -όνmismo
él mismo, ella misma, él, ellaαὐτός-ή-ό
mitad
ἥμισυ, -εος, τὸmoco
κορύζα, -ης, ἡmodelar
πλάσσωmodelado
πλαστός-ή-όν
modelo
παραδεῖγμα, -ατος, τὸ
moderación
ἐγκρατεία, -ας, ἡμετριότης, -ητος, ἡ
moderado en
ἐγκρατής, -ές
moderarse
μετριάζω
modificar
μεταβάλλωmodo
τρόπος, -ου, οmoho
ἰός, -οῦ, ὁmoler
τρίβωmolestar
ὀχλέωἀνιάζω
λυπέω
molestia
ὄχλος, -ου, ὁ
molesto
ἀνιαρός, -ά, -όν
molienda
ἀλεσμός, -οῦ, ὁmomento
καιρός, -οῦ, ὁmonarquía
βασιλεία, -ας, ἡμοναρχία-ας, ἡ
monárquico
βασιλικός, -ή, -όν
moneda
νόμισμα, -ατος, τὸmontaña
ὄρος, -ους, τὸmontañés
ὄρειος, -α, -ον
ὀρεινός-ή-όν
montar
ἐπιβαίνωmontar a caballo
ἱππεύω
montón
ὄγκος, -ου, ὁmonumento
μνῆμα, -ατος, τὸmoquear
κορυζάωmoral
ἤθη, -ης, ἡmoral (adjetivo)
ἠθικός-ή-όν
mordedura
δῆγμα, -ατος, τὸmorder
δάκνω
morir
θνῄσκωτελετάω
ἀποθνῄσκω
mortal
θνητός, -ή, -όν
mortero
(estuco)κονίαμα, ατος, τό
(utensilio)
θυεία
ἴγδις, εως, ἡ
mosaico
ψηφοθέτημα, ατος, τόel que trabaja con mosaico
ψηφοθέτης, ου, ὁ
mosca
μυῖα, -ας, ἡmosquito
κώνωψ, -ωπος, ὁ
mostaza
νᾶπυ, νάπυος, τόσιναπι, τό
mostrar
φαίνωδείκνυμι
σημαίνω
ἀποφαίνω
δηλόω
mostrarse como
φαίνομαι + participio
motivo
αἰτία, ἡἀφορμή-ῆς, ἡ
mover
κινέωmoverse
βαίνω
móvil
κινητός, -ή, -όν
movimiento
κίνημα, -ατος, τὸ
κίνησις, -εως, ἡ
mozo
νεανίσκον, -ου, τὸmuchacha
κόρη, -ης, ἡπαρθήνος, -ου, η
muchacho, muchacha
παῖς, παιδός, ὁ, ἡ
muchedumbre
ὄχλος, -ου, ὁὅμιλος, -οὐ, ὁ
mucho
(adverbio)μάλιστα
πάνυ
μέγα
ἄγαν
σφόδρα
muchas veces
πολλάκις
muchísimo
πλεῖστος, -η, -ον
μάλιστα
mucho (adjetivo)
πολύς, πολλή, πολύ
mudar
μεθίστημιμεταβάλλω
mudarse
μεθίστημι
mudable
μεταβολικός, -ή, -όν
εὐμετάβλητος, -ον
mudanza
μετοικία, -ας, ἡ
mueble
σκεῦος, -ους, τὸmuela
γομφίος, -ου, ὁmuelle
ναύλοχον, -ου, ὁmuerte
θάνατος, -ου, ὁmuerto
νεκρός-οῦ, ὁ
mujer
γυνή, γυναικός, ἡmujeril
γυνακεῖος, -α, -ον
mulo
ἡμίονος, -ου, ὁmulta
ζημία, -ας, ἡmultar
ζημιόω
múltiple
πολλαπλάσιος, -α, -ονmultiplicación
πολλαπλασίωσις, -εως, ἡ
multiplicar
πολλαπλασιόω
multitud
ὅμιλος-ου, ὁπλῆθος-ους, τὸ
mundo
κόσμος, -ου, ὁmuñeca
κόρη, -ης, ἡmuralla
τεῖχος, -ους, τὸmurciélago
νυκτερίς, -ίδος, ἡmurmurar
θρυλέωmusa
μοῦσα, -ης, ἡmúsculo
μῦς, μύος, ὁmusgo
βρύον, -ου, τὸmúsica
μουσική, -ῆς, ἡmuslo
μηρός, -οὐ, ὁmuy
μάλισταπάνυ
μάλα
σφόδρα
muy agradablemente
ἥδιστα
muy alto
περιμήκης, -ες
muy querido
φιλαίτερος-α-ον